Και ήρθαν δίσεκτοι καιροί και έπεσε σκοτάδι, κατάμαυρο σαν πίσσα και πλάκωσε τις ψυχές μας και έκανε τις καρδιές να στάζουν αίμα , πόνο και δάκρυ…

Αυτό το έγραψα πριν μερικά χρόνια σε μια δύσκολη στιγμή που βίωσα στην ΑΕΚ. Μου ήρθε στο μυαλό χθες, νωρίς το απόγευμα όταν πέρασα από την Φιλαδέλφεια και μπήκα στο γήπεδο. Είδα τον Ανέστη, τον Μάικ, μερικά παιδιά της οικογένειας και την Ανθή. Περιπλανήθηκα λίγο στον χώρο και μου ήρθαν στο μυαλό σαν χείμαρρος τι τραβήξαμε τόσα χρόνια. Μαύρα χρόνια, δίσεκτα χρόνια, χωρίς να ξέρεις κάθε μέρα τι θα σου ξημερώσει.
Ποιος θα σου κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Ποιος θα σου χτυπήσει τον ώμο με συγκατάβαση “θέλω πολύ να σε βοηθήσω αλλά δεν μπορώ, δεν έχω ώρες”. Και εσύ να τρέχεις από το πρωί μέχρι το βράδυ, να παρακαλάς, να συζητάς με τον κάθε απίθανο και στο τέλος να απειλείς. Και να σώζεις πάντα την παρτίδα με το πιστόλι στον κρόταφο, τελευταία στιγμή. Οποιαδήποτε άλλη ομάδα σε όλον τον πλανήτη θα είχε διαλυθεί εκατό φορές, όχι μια.
Κι όμως αντέξαμε, σταθήκαμε όρθιοι ενάντια σε Θεούς και Δαίμονες. Αυτά πέρασαν από το μυαλό μου και αποφάσισα να φύγω σιωπηρά. Είδα αυτό που ήθελα, τα φορτηγά και τα σκαπτικά παρατεταγμένα, έτοιμα. Αυτή είναι η δική μου γιορτή, αφού κλείσουν τα φώτα και φύγουν οι επίσημοι. Όταν αρχίζει η δουλειά, εκεί χρειάζεται η παρουσία και η βοήθεια, μέχρι να παίξουμε το πρώτο παιχνίδι σε περίπου δύο χρόνια από σήμερα.
Μοναχική σπονδή πάντα αλλά ο σκοπός κοινός και ιερός.
Κώστας Σταματιάδης
