Έβλεπα χθες τον τελικό του Πανευρωπαϊκου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου, U19. Αγγλία εναντίον Πορτογαλίας, όπου κέρδισε τελικά η Αγγλία 2-1.

Στην αποστολή της Αγγλίας, η πλειονότητα είναι έγχρωμοι αθλητές και αυτό με ταξίδεψε πολλά χρόνια πίσω. Στο 1978 , όταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής της Νότιγχαμ Φόρεστ, ο Βιβ Άντερσον, έγινε ο πρώτος έγχρωμος που αγωνίστηκε με την Εθνική ομάδα των Ανδρών της Αγγλίας.
Είχε γίνει σάλος τότε στην κοινή γνώμη και όλοι περίμεναν με αγωνία εκείνο το παιχνίδι . Σε ένα χιονισμένο Ουέμπλει με αντίπαλο την Τσεχοσλοβακία. Μπαίνει ο Άντερσον μέσα για ζέσταμα και κάποιος από τα μπροστινά καθίσματα του φωνάζει: ” Γιατί ρε μαύρε δεν σηκώνεσαι να φύγεις από εδώ, δεν βλέπεις ότι ξεχωρίζεις ;” Τα κατάφερε τελικά ο Βιβ και άνοιξε τον δρόμο.
Σήμερα δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα στον αθλητισμό, έχουν εκλείψει. Πόσο όμως έχουμε αλλάξει; Έχουμε αλλάξει πραγματικά ή επιφανειακά; Έχουμε αλλάξει ουσιαστικά ή ευκαιριακά; Ο ρατσισμός είναι ένα φαινόμενο με δεκάδες προεκτάσεις, πέρα από τις προφανείς. Το χρώμα, η θρησκεία, το φύλο, η σεξουαλική προτίμηση, η ηλικία, το πνευματικό επίπεδο, το οικονομικό επίπεδο, οι πολιτικές πεποιθήσεις, οι συλλογικές προτιμήσεις.
Σε όλα αυτά δεν έχει αλλάξει τίποτα. Απλά καλύπτονται οι αντιθέσεις και τα πάθη από μια ένοχη σιωπή της κοινωνίας. Ρατσισμός είναι ακόμα και το να αποκλείεις ένα Ολυμπιακό άθλημα να παιχτεί και να αναπτυχθεί, αφού φροντίζεις να φτιάχνεις ακατάλληλα γήπεδα. Ρατσισμός είναι να ποινικοποιείς την αντίθετη άποψη και να την καθιστάς εχθρική.
Ρατσισμός είναι άνθρωποι μέτριοι και ετερόφωτοι, για να δικαιολογήσουν την ανεπάρκεια τους, να θέλουν συνέχεια να κρατάνε τον πήχη χαμηλά, για να μπορούν να περνούν οι ίδιοι. Και να κατηγορούν όλους τους άλλους. Πόσο έχουμε αλλάξει λοιπόν; Ελάχιστα ως καθόλου λέω εγώ. Γιατί ναι μεν καταφέραμε το προφανές, την κατάργηση του Απαρτχάιντ ας πούμε, αλλά στην καθημερινότητα μας, ο κάθε τύπου ρατσισμός, ζει και βασιλεύει.
Κώστας Σταματιάδης
